Friday, 8 September 2017

Το Γελαστό Φως

Περπάτησα σε λεωφόρο φωτεινή,
κόσμο συνάντησα πολύ 

ψυχές μου μίλησαν για τα παλιά
για 'κείνη την εποχή 
που γύρω από ένα τραπέζι 
γελούσαμε όλοι μαζί.

Συγκίνηση μ' έπιασε βαθιά.
Κοίταξε μου είπαν 

εκεί στου ουρανού τα πιο μακρινά
εκεί που είναι όλα τα χαμόγελα πλατιά.

Έσπρωξα το βλέμμα προς τα κει
δεν ήθελα να μου ξεφύγει η στιγμή,

Ένα χέρι είδα από μακριά 
μου 'γνεφε και μου 'λεγε έλα πιο κοντά.

Πλησίασα προσεχτικά 
είδα γκρίζα μακριά μαλλιά

άκουσα μια γνωστή φωνή
κι είπα γιαγιά εσύ;

Ένα φως χαμογελαστό
πέρασε σαν αστραπή 

μ' άγγιξε την ψυχή
ξύπνησα από την ταραχή.


Ευτυχισμένος τρόμος 
τράνταξε το κορμί, 

Είδα για μια στιγμή την πιο πέρα ζωή 
κι ήταν τόσο ευτυχισμένη χαμογελαστή,

κι είπα γιαγιά εσύ;

Σ είδα εχθές


Σ' είδα χθες
στεκόσουν μοναχή

τυλιγμένη στη σιωπή
σε μια γωνιά κρυφή.

Το βλέμμα γκριζωπό,
το κλάμα γοερό,

φοβισμένο μικρό ψάρι
έτρεμε στο βυθό,

Ένα βήμα έκανα
χωρίς να το σκεφτώ, 

κάτι να σου πω 
να διώξω τον καημό.

Άπλωσες το χέρι 
έδειξες ψηλά 

σ' ένα παράθυρο ανοιχτό
κρεμασμένο είδα 
ένα πρώην σ' αγαπώ.

Αέρας φύσηξε δυνατός
έσπασε το σκοινί.

Κοίταξε το παρελθόν
δεν είναι πια εκεί.

Έπιασε βροχή
δάκρυα κύλησαν στην ψυχή,

έπλυναν την πληγή.

Ουράνιο τόξο
βγήκε στον ουρανό

η ράχη του χρωματιστή
σκέψου έτσι τη ζωή.


Λευκό πουλί σηκώθηκε
στο γαλάζιο ουρανό

τον κόσμο είδε από ψηλά
χαρούμενο έφυγε μακριά

λησμόνησε όλα τα παλιά.

Δύο Νέα Παιδιά


Μια νύχτα καλοκαιρινή

πλάι σε μια αμμουδιά 
γύρω από μια φωτιά 
συζητούσαν δύο νέα παιδιά.

Το φεγγάρι κίτρινο 

κοιτούσε τη σκηνή,
η θάλασσα ήσυχη
κρατούσε την αναπνοή.

Ο αγέρας σταμάτησε

να φυσά, ήθελε ν' ακούσει
μα τα λόγια ήταν ψιθυριστά.

Γοργόνα τραγούδησε 

σ' ένα βράχο εκεί κοντά,
όλα ήταν μαγικά,
όμορφα κυλούσε όλη η βραδιά.

Ο χρόνος πέρασε 

έσβησε η φωτιά
χάθηκαν τα βήματα 
στην αμμουδιά.

Κανείς δεν έμαθε

ποτέ τι είπαν 
εκείνη τη βραδιά
αυτά τα νεαρά παιδιά.

Άλλωστε όλοι έχουν 

δικαίωμα να έχουν 
μυστικά, 
κι αυτό είναι 
του παλιού καιρού η ομορφιά.






Ο Φυγάς

Ζωντανή αντίθεση η ζωή,
περιπλανώμενος κόσμος χωρίς πυξίδα την ακολουθεί.
Η σκέψη αγκομαχά στέκει πίσω.
Έρημος καυτή από τσιμέντο απλωμένη παντού,
αμέτρητοι οι διψασμένοι περπατούν γοργά, σκυφτοί, το δισάκι άδειο.
Στο δάσος τρέχει γάργαρο νερό,
η πηγή βαθιά, καλά κρυμμένη στη σκιά, οι φυλλωσιές πυκνές.
Στους δρόμους υψωμένα φράγματα, οι φύλακες δείχνουν τα δόντια τους, διαφημίζουν στους δρόμους την φανταχτερή, απατηλή πραμάτεια τους.
Ελεύθερα τα στενά πέτρινα ανηφορικά μονοπάτια του βουνού,
κοντά τα σύννεφα, καθαρός ο αέρας, ο ήλιος λαμπερός, η μοναξιά συνάντησε τη σκέψη.
Μια τουφεκιά ακούγεται, αίμα τρέχει, βαριά ανάσα.
Γρήγορα χειροπέδες, ο ύποπτος στη φυλακή.
Ένα σύννεφο περαστικό έσκυψε αγκάλιασε τη σκέψη, θα την αφήσει κάπου σ' μια επόμενη κορυφή, να περιμένει, τον επόμενο φυγά.

Ουρλιαχτό κι Απόψε

Περιπλανώμενο φάντασμα

σκιά του πιο μακρινού κόσμου,
κουρασμένο αργόσυρτο
το βήμα σου
κι απόψε.
Θλίψη, σιωπή, πόνος αβάσταχτος
σκοτεινότερος από τον πιο
σκοτεινό βυθό,
βαθύτερος από την πιο
βαθιά άβυσσο
πνίγει τα λόγια σου
κι απόψε.
Σταμάτησε ο χρόνος,
το σύμπαν άδειο, φυλακισμένα
τα όνειρα σου στο κενό
κι απόψε.
Άλυτος γρίφος η μοναξιά,
τα μάτια θολά,
πένθιμα αντηχεί το σήμαντρο
της καρδιάς
κι απόψε.
Σκόρπισαν κάποτε οι στάχτες
όμορφης κόρης, τις πήρε
μακριά το θυμωμένο αγέρι,
μάταια τις ψάχνεις
κι απόψε...

Ουρλιαχτό.

Ο Φόβος

Φλερτάρει την ψυχή ο φόβος
του αρέσει το λευκό, το άσπιλο.
Εθελοντής δήμιος της χαράς
θαυμάζει το ρίγος της αγωνίας του επικίνδυνου απρόσμενου.
Τον θρέφει η ιδρωμένη σάρκα που προσπαθεί να κρυφτεί
στη σκιά της.
Μουσική του, τα κόκαλα που κροταλίζουν από την παγωνιά της ανάσας του.
Μακρύ ταξίδι σε στέλνει αν γίνει κυβερνήτης σου. Στ' αμπάρι σκλάβος εκεί η θέση σου.
Το ξέρουν, το είδωλο του χωρίς ντροπή συνεχώς σου δείχνουν
στον τετράγωνο καθρέφτη της ψεύτικης κενής ζωής τους.
Σ' ανοίγουν μια πόρτα, στενή σαν φυλακή να σε προστατέψουν,
φοβάσαι σκύβεις, σκοτάδι δεν βλέπεις τίποτα, σώθηκες...
Αλίμονο, το μυαλό σου δεν ξέφυγε, το ξέρουν, φυλακισμένος
φοβισμένος, έτοιμος να σε θυσιάσουν.
Φως γλιστράει στο φεγγίτη, σηκώνεις το βλέμμα, ένα χελιδόνι σε
κοιτά, ελπίζεις.
Σε λυπάται, σύντομα φεύγει. Απελπίζεσαι..
Πώς να στο πω;
Την άνοιξη δεν θα την φέρει ένα λυπημένο φευγάτο χελιδόνι,
μίλησε πρώτα στο δικό σου εαυτό, τόλμησε, διώξε την ομίχλη της σκιάς,
κουρέλιασε το φόβο κάθε επόμενο λεπτό, ελεύθερος γεννήθηκες στον κόσμο αυτό.

Η Τελευταία Πινελιά

Σιωπηλή η πεταλούδα
ελεύθερη φτερουγίζει γύρω από τους πολύχρωμους ανθούς.
Ανασαίνει το άρωμα της ψυχής του αγνού του άσπιλου,
στα φτερά της καθρεφτίζεται το ανάλαφρο αύριο,
η φλόγα της νύχτας ζεσταίνει την καρδιά της.

Ένα παράθυρο ανοίγει
χρυσές πλεξούδες ανεμίζουν
το φεγγάρι γέρνει φωτεινό αστέρι αγκιστρώνει στα πυκνά μαλλιά
μια πεταλούδα ζυγώνει θαμπώνεται από την ομορφιά
ένα λουλούδι ανοίγει μια αγκαλιά
ευτυχισμένη η πεταλούδα κοιμάται μες στη σιγαλιά.

Στο σιωπηλό λιμάνι
τη νύχτα τα όνειρα σαν πεταλούδες φτερουγίζουν δίχως αναπαμό,
σε ξύλινο κατάρτι στέκονται γρικούν των κυμάτων το γαλήνιο σκοπό.
Πανώριες γοργόνες τραγούδι αρχίζουν μελωδικό,
ο Ποσειδώνας σέρνει το ψαράδικο σε πέλαγο μακρινό.

Μια πεταλούδα ξυπνάει
κοιτάει την αβασίλευτη ανατολή,
βυθίζεται σε μια ρωγμή
στο άπειρο δεν υπάρχει λογική.

Σ' ένα μικρό δωμάτιο
ένα πνεύμα φωτίζεται,
μια ψυχή δακρύζει,
ένα χέρι αφήνει την τελευταία πινελιά
αιώνια σ' ένα τοίχο
θα καθρεφτίζεται του κόσμου η ομορφιά. 

Τυχαία Συνάντηση


Δυο ματιές αντάμωσαν τυχαία 

δυο θαλασσοπούλια άνοιξαν τα φτερά τους 

ταξίδεψαν στο φως του φεγγαριού.

Τ΄ άστρα έλαμψαν στις καρδιές τους,
κι άρχισαν να χορεύουν γύρω από τη γη,
κι η φωτιά δυνάμωνε κι η φλόγα της
έλιωσε όλους τους πάγους που χώριζαν τις γειτονιές,
και τα τραγούδια πέταξαν ψηλά 
κι άνθισε στους κήπους απέραντη χαρά, 
κι όλοι στους δρόμους πίσω από ρόδες έτρεχαν 
κι έπαιζαν σαν ανέμελα μικρά παιδιά 
σαν τότε που δεν τα χώριζε τίποτα 

άλλο πέρα από μια ξεχωριστή μητρική αγκαλιά.

Σούρουπο Καλοκαιρινό


Καλοκαιριάτικο σούρουπο μαγευτικό εντυπωσιακά ιδανικό για έξοδο βραδινή υποσχόμενη πάθος φλογερό νεανικό, κι απύθμενη ηδονή.

Σκηνικό εξωπραγματικό ειδυλλιακό, στην άκρη ενός βράχου πλάι στον γκρεμό, πίσω από ένα μπλε παράθυρο ανοιχτό, ένα τραπέζι ένα αναμμένο κερί, ένα μπουκάλι κρασί και κάτω γαληνεμένη η θάλασσα στραφταλίζει πανέμορφης κοπέλας τη μορφή.

Δύο βλέμματα σφιχταγκαλιασμένα βυθισμένα στην ερωτική στιγμή, συγκρατημένες λιγομίλητες δύο καρδιές χτυπάνε δυνατά, κοιτάνε το ολόγιομο κίτρινο φεγγάρι που μοιάζει για τον έρωτα τους να σιγοτραγουδά.
Αδιάφορες ακούγονται όλες οι γύρω φωνές, μεγάλη φλόγα υψώθηκε τύλιξε δύο ψυχές, κι ένα αεράκι φύσηξε ξαφνικά δρόσισε όλη τη ζεστή νυχτιά. Μια κιθάρα άρχισε να μιλά, τον νεανικό έρωτα να τραγουδά, φιλιά καυτά έκλεισαν την βραδιά. 
Κύλησε ο χρόνος άνοιξε φτερά πέταξε μακριά μπήκε σε μονοπάτια που έμοιαζαν όλα συνηθισμένα τυπικά. Κι ένα σούρουπο μαγευτικό καλοκαιρινό σαν κείνο το παλιό χτύπησε ελαφρά την πόρτα του ώριμου ζευγαριού, που είχε πια και δύο παιδιά, και του μίλησε για τα παλιά, τα όνειρα τα ερωτικά και 
τα ταξίδια εκείνα τα μαγευτικά που έκαναν σαν ήταν νεαρά παιδιά.
Δάκρυα κύλησαν, μάτωσαν δύο καρδιές όλα τα θυμήθηκαν σαν να ήταν μόλις εχθές...
Σ ένα βράχο σ μια άκρη ενός νησιού δύο ώριμες ψυχές λεύτερες από τις έγνοιες τις καθημερινές κάτω από μια ξάστερη βραδιά πλάι σ' ένα παράθυρο μπλε σ' ένα τραπέζι όλο κεριά άρχισαν να μιλούν να μιλούν και να μη σταματούν για όλα τα παλιά που οδήγησαν μετά από χρόνια σ' αυτή την ερωτική βραδιά. 

Κι όλα άρχισαν πάλι από την αρχή σαν να μη πέρασε ούτε στιγμή από τότε που ήταν νεαρά παιδιά και έδωσαν τα πρώτα τους φλογερά φιλιά...και το ολόγιομο κίτρινο φεγγάρι φάνηκε σαν να τους σιγοτραγουδά.

Η Στάση

Βρέχει ξαφνικά, 
θάλασσες οι δρόμοι, 
σβήστηκαν του ψωμιού οι πατημασιές, 

κι έμειναν μόνοι να περπατούν 
του φτωχού οι καημοί, οι αναστεναγμοί κι οι πόνοι.




Μια στάση το κεραμίδι της στιγμής,
ο οίκτος της χωρίς ανταμοιβή.
Μια ιστορία μόνο θέλει να διηγηθεί
για όλους τους περαστικούς τους φίλους τους απόντες.

Πλήθιοι διαβάτες της ζωής κουκούβισαν 
στα σωθικά της μια φορά, 
ένα τσιγάρο άναψαν, κλείστηκαν στη μοναξιά τους
το λεωφορείο περίμεναν να πάνε στη δουλειά τους.

Μια ρουφηξιά βαθιά, κύλησε όλος ο χρόνος
η πόρτα άνοιξε, έφυγε όλος ο κόσμος, 
ταξίδεψε ο καθένας με όλους τους άλλους, άλλα ήταν πάλι μόνος.

Μόνη έμεινε η στάση στη βροχή
άνοιξε της χούφτες της να λίγο να δροσιστεί.
Ένας διαβάτης τελευταίος στάθηκε να προφυλαχτεί
πολύ ήταν η βροχή. Θυμήθηκε την προηγούμενη σκηνή,
κι έκανε κάτι να του πει, όμως πώς; δεν είχε φωνή.

Άπλωσε το κορμί της χωρίς ανταμοιβή 
να τον προστατέψει από τη δύσκολη στιγμή.
Κόπασε η βροχή, έκανε πέρα ο άγνωστος διαβάτης
την επόμενη στιγμή.

Η στάση έμεινε μόνη πάλι στη ζωή
στεναχωρήθηκε δεν είχε φωνή
ένα πράγμα μόνο ήθελε να του πει 
μόνο η πράξη μετράει στη ζωή.

Χωρίς Αντίο

Ότι μας ενώνει, μας τελειώνει.
Ένα ψέμα φάνηκαν όλα στην αρχή
σαν ψέμα φαντάζει η τελευταία μας στιγμή.


Μίλησες, μίλησα για έρωτα, για αγάπη στα ξαφνικά,
το βλέμμα σου ερωτεύτηκα από την πρώτη φορά.
Είπες χάρισε μου όλη σου τη ζωή
στα πόδια σου κόκκινο χαλί άπλωσα όλο μου το κορμί.

Στιγμή δεν έπαψα να σ' αγαπώ
η ανάσα σου ζωντάνευε το κάθε λεπτό.
Στη ζέστη, στην παγωνιά
ένα ήταν τα δυό κορμιά.
Ένα φιλί σου το πρωί, 
γλύκα άλειφε τον αγώνα για το ψωμί.

Μια μέρα χωρίς να υπάρχει γραμμένο κάπου ένα γιατί 
γκρίζα ξύπνησε στην καρδιά μου η ζωή.
Το ρολόι είχε σταματήσει εκεί στην πρώτη μας στιγμή,
σαν ψέμα μου φάνηκε όλη μας η ζωή.

Έφυγα χωρίς αντίο εκείνο το πρωί,
έτσι τα έφερε η ζωή όπως εκείνη τη στιγμή 
που ενώθηκαν οι ψυχές μας χωρίς ποτέ κανείς
να ξέρει γιατί συνάντησα εσένα εκεί που γεννήθηκε η πρώτη μας στιγμή.

Δεν Ήρθε Ακόμη ο Καιρός

Μες στου απείρου
τη γαλήνια σιγαλιά
κοίταξε τον κόσμο 

το αιώνιο λευκό φως,
τον στοχάστηκε αλλιώς.




Άγνωστη του φάνηκε η γης,
αλλιώς την είχε πλάσει τη ζωή.
Πολλές οι σκοτεινές σκιές, 
πλήθιες των αδυνάτων οι κραυγές.

Μια τρυφερή ματιά, 
ένα δάκρυ, μια θλίψη
ένας πικρός αναστεναγμός
ποιος είναι ο κόσμος αυτός;

Ανέμελη χαριτωμένη πεταλούδα 
στον κάμπο τριγυρνά,
λουλούδι ανθίζει μες στη δροσιά, 
ανείπωτη είναι η χαρά,
ελπίδα γεννήθηκε ακόμη μια φορά.

Μια σκέψη, ένα χαμόγελο
δεν ήρθε ο καιρός,
να μιλήσει ακόμη μια φορά 
το αιώνιο λευκό φως.

Ποιος είναι ο κόσμος αυτός;
Τον είχε ονειρευτεί αλλιώς.

Μια Σκέψη από Κερί

Άγρυπνη η φλόγα, άγρια
φως σπρώχνει στο βαθύ σκοτάδι
κίτρινο το κερί, φοβισμένο 

ανήμπορο, παραδομένο, λιώνει, ξεψυχάει.




Άνθρωπος ώριμος σκεφτικός, 
σκυφτός σ' ένα τραπέζι 
σιωπηλά το θάνατο κοιτάζει
τον κόσμο συλλογάται,
βαθιά, γι' αυτόν διερωτάται.

Λευκό χαρτί κι ένα μολύβι
όλο το βιος του,
χωρίς το σώμα σαν το κερί
σκέφτεται τον εαυτό του.

Σκοτάδι πια, ύπνος βαθύς
η φλόγα το κερί έφυγαν,
μια αστραπή, ένα φως,μια σκέψη
μια δυνατή κραυγή,
μια φράση σύντομη 
γεμίζει το λευκό χαρτί
κι ο κόσμος άλλαξε...

Λευκά Σεντόνια

Κρυφή σταγόνα πικρή, 
έσταξε τη νύχτα η βροχή
τα σεντόνια του έρωτα λευκά, 

έγιναν πια αλμυρά.




Άνοιξε η πόρτα, αγέρας φύσηξε 
σκόρπισε στο κενό, τα προδομένα σ' αγαπώ, 
Λυπημένο ότι λευκό έφυγε μαζί του ταξίδι μακρινό.

Ένα τελευταίο παράθυρο έκλεισε στο μυαλό.
Χαμόγελο ασυνήθιστο έχει η σκιά
ξύπνησε η λησμονιά, έρωτα νέο έταξε
κοίτα έρχεται από μακριά, γοργά.

Λάθη βρίσκεις σε όλα τα παλιά.
Πάντα υπάρχει κάπου μια παρηγοριά,
εύκολα αν ψάξεις θα τη βρεις, 
αρκεί το βράδυ να θυμηθείς 
νέα λευκά του έρωτα σεντόνια να ονειρευτείς.

Ανειρήνευτη Ζωή

Σιωπή βαθιά επικρατεί.
λευκό το φως, άσπιλη ψυχή
ονειρεύεται στη νέα γη, 

μια ήσυχη απλή ζωή.




Μια άγνωστη άγρια φωνή
ότι ξένο, χωρίς λόγο το μισεί. 
Μια πέτρα, ένα τζάμι, μια ρωγμή, 
γυάλινο θραύσμα, αγιάτρευτη η πληγή,
λευκός άγγελος εμφανίστηκε στη γη.

Χωρίς πόνο, χωρίς αγκομαχητά 
παπαρούνα φυτρώνει, εκεί κοντά.
Μικρό κορίτσι μες τη χαρά
θαυμάζει τη νέα κόρη του Μορφέα
απαράμιλλη του κάμπου πια η ομορφιά.

Χαμογελαστή κοιτά από ψηλά,
χωρίς μίσος στην καρδιά
λευκή ψυχή δεν έφυγε μακριά.

Η θλίψη, το μίσος, η αγάπη, η χαρά 
όλα κουβάρι, μια αγκαλιά. 
Ανυπόταχτη, απρόσμενη, μεθυστική
ακατανόητη αγαπημένη, ανειρήνευτη είσαι ζωή.

Η Πέτρα και το Λουλούδι

Σκληρή η πέτρα
στέκεται χωρίς φωνή
στο δρόμο μοναχή.


Λουλούδι αντρειωμένο
απάνω της φυτρώνει,
κανείς δεν ξέρει το πως και το γιατί
αθώα έχει λευκή ψυχή.

Θυμώνει η πέτρα το αγριοκοιτά 
μονάχη όμως είναι αποζητάει συντροφιά.
Ανοίγει ζεστή την αγκαλιά.

Βλέμμα αδηφάγο περαστικό
θαμπώνεται από την ομορφιά
χέρι απλώνει, μεγάλη φέρνει συμφορά.

Δακρύζει η πέτρα 
έχει κι αυτή καρδιά,
στον κόσμο τούτο,
ποιος άραγες αντέχει τη μοναξιά;

Όλοι έχουν μια καρδιά
όλοι ψάχνουν μια φιλική περπατησιά.

Χρόνια πέρασαν πολλά
γέρασε η πέτρα
κοιμήθηκε μια βραδιά,
ξύπνησε μ' ένα λουλούδι αγκαλιά,
κι άρχισαν να κάνουν συντροφιά.

Ο Τελευταίος Σταθμός

Άχρωμη υπόσχεση, σαθρή
παρελθόν πικάντικο παχύ. 
Συχνή αμαρτία σαρκική,

διέλυσαν ένα βράδυ κοινή ζωή.




Ανομολόγητη η υποψία κρυφή,
κρίμα έγινε αληθινή.
Στα σεντόνια παράξενη η οσμή,
η πρώτη αφορμή.

Διαφορετικά όλα στην ακοή,
παγωμένη η αφή,
το στόμα καιρό χωρίς θερμό φιλί.

Ξαφνική επιστροφή, 
ταξίδι πήρε αναβολή.
Μια ξένη φωνή, 
μια δικαιολογία φθηνή, 
ράγισε χίλια κομμάτια η ψυχή. 
Αναπόφευκτη η φυγή.

Ένα τρένο ένα σφύριγμα μια αρχή
νέο ταξίδι ξεκίνησε στη ζωή.
Σύντομα μια ανακοίνωση απλή, λιτή... 
'' άφιξη ΠΙΣΤΟΣ '' ,
ο τελευταίος της αγάπης σταθμός.

Μια Μάχη η Ζωή

Μάχη σπαθιά βοή,

απέραντη έρχεται σιωπή .
Κλαίει η μάνα το παιδί,
μαύρισε ο κάμπος, κάηκε η ψυχή.
Πουλί ρίχνει σπόρο 
χλόη σκεπάζει τη γη 

από αίμα φτιαγμένη η ζωή.

Ο Ταξιδιώτης

Χαμένος στους δρόμους
μ' ένα σακίδιο στον ώμο 
ο ταξιδιώτης περπατεί,

ο ανοιχτός ορίζοντας 
δεν έχει επιστροφή.




Η νύχτα παράθυρο ανοιχτό,
στα όνειρα λευκή είναι η ψυχή, 
τ' άστρα μετράει 
το άπειρο είναι μόνο η αρχή.

Ο χρόνος ποτέ δεν σταματά
δεν δίνει αναβολή,
ένα επόμενο βήμα κάθε στιγμή
του ταξιδιώτη όλη η ζωή.

Η Ευτυχία και ο Σκοπός

Η

ουσία 
της 
ευτυχίας
ενυπάρχει
πρώτα
στο σκοπό 
και 
έπειτα 

στη χαρά.