Πήρα το δρόμο απόψε
για την παλιά μου γειτονιά.
Με πόδια σπουργιτιού
κατέβηκα τη σκάλα της ψυχής
δεν ήθελα να μ' ακούσει κανείς.
Μια φωνή ψιθύρισε
για την παλιά μου γειτονιά.
Με πόδια σπουργιτιού
κατέβηκα τη σκάλα της ψυχής
δεν ήθελα να μ' ακούσει κανείς.
Μια φωνή ψιθύρισε
''γιατί πήραμε το δρόμο αυτό;''
Δεν ήταν άνθρωποι,
ήταν σκιές
οι αγωνίες και 'κει κοινές.
Ένα γάβγισμα μου φάνηκε γνωστό.
Πιστός φίλος
ακόμη κι έξω απ' εδώ.
Είδα το δέντρο που σκαρφάλωνα
μικρός.
Διψούσε,
κι ας είχε ξεψυχήσει.
Ποιος άραγε λησμονεί τον ήλιο, τις ρίζες,
το γαλάζιο ουρανό;
Κλότσησα μια μπάλα
την έστειλα ψηλά στον ουρανό,
χτύπησα κάποια κουδούνια
κι έτρεξα να κρυφτώ.
Κουράστηκα να προχωρώ,
έψαξα το ναυάγιο μου κάπου να βρω.
Άναψα ένα σπίρτο
του έβαλα φωτιά, κι έκανα να φύγω
από τον κόσμο αυτό.
Το παρόν πέρασε στο παρελθόν
κι είδε το μέλλον
κι όλα του φάνηκαν γνωστά,
άλλαξε τα ρούχα του
και άρχισε να προχωρά
στην καινούργια γειτονιά...