Monday, 28 August 2017

Στο Μεταίχμιο Μαχητής


Θαλασσοπόρος στο άπειρο 
μ' οδηγό το φως της ψυχής
τον κεραυνό την αστραπή 
του αιώνιου έρωτα αναζητώ 
της πιο μικρής μεγάλης στιγμής
που γεννά το τέλος την αρχή
στο μεταίχμιο στέκομαι μαχητής
της δικής μου της άλλης ζωής

Μη Φύγεις

Τα μεσάνυχτα 
 όταν έχει πανσέληνο
μες στη σιγαλιά 
τα κύματα ξεκινούν 
ένα ερωτικό τραγούδι 
με στίχους που μιλούν 
για την απέραντη θάλασσα των αστεριών 
για την κίτρινη λεμονιά που 
ομορφαίνει την αυλή 
για όλα τα όνειρα που σήκωσαν πανιά 
και πνίγηκαν στου έρωτα τη βαρυχειμωνιά 
για μια γοργόνα που τον αδερφό της ψάχνει ακόμη στα πέλαγα τα ανοιχτά 
για όλες τις αγάπες που γέμισαν ένα κόσμο αδειανό 
για 'κεινα τα  όμορφα που σαν αγκάθι πληγώνουν την καρδιά 
για τα ζεστά φιλιά που χτυπούν την πόρτα που κατοικεί η μοναξιά 
...

Μη φύγεις νύχτα απόψε 
μην ανοίξεις χρόνε τα φτερά 
είναι μεσάνυχτα 
και το φεγγάρι έχει τόση ομορφιά. 

Μια ψυχή έχει παραδοθεί στου έρωτα την αγκαλιά 
μια καρδιά έχει γεμίσει πύρινα φιλιά 
μια ευωδιαστή τριανταφυλλιά ραίνει με κόκκινα πέταλα τα κύματα από ψηλά 
κι όλη η θάλασσα  απ' έρωτα μοσχοβολά.

Μη φύγεις νύχτα απόψε 
σπρώξε τη μέρα ένα βήμα πιο μακριά...

Το Πεύκο και η Γοργόνα

Σε μια κρυφή ακρογιαλιά
ένα όμορφο πεύκο μοναχικό
με κοφτερά πράσινα μαλλιά 
απλώνει κάθε μέρα πυκνή σκιά.

Σε κάθε κύμα 
αποζητά μια αγκαλιά 
ακόμη κι ας είναι πικρή 
έχει κι αυτή μια ζεστασιά 
δεν υπάρχει ζωή στη μοναξιά.

Κι ένα αηδόνι 
κρυμμένο έχει στην καρδιά
τα βράδια που 'χει ξαστεριά 
το αφήνει λεύτερο να κελαηδά 
για τη σιωπή τη μοναξιά 
για τη γαλάζια θάλασσα 
που απλώνεται εμπρός του πλατιά
για την όμορφη γοργόνα 
που τραγουδά στο βράχο που είναι 'κει κοντά 
για το σ' αγαπώ που θέλει να της πει.

Μα δεν έχει φωνή 
δεν έχει χέρια 
δεν έχει πόδια 
δεν μπορεί να κουνηθεί 
έχει μόνο ένα ασάλευτο δάκρυ στην ψυχή.

Κι απλώνει τις ρίζες του όσο μπορεί
και ίσως μια μέρα 
στο βράχο 
ανθίσει ένα πράσινο κλαδί
κι ένα αηδόνι αγκαλιάσει μια γοργόνα
κι ένα δάκρυ της δροσίσει τη ζωή.

Το Παλιό Μοτοσακό

Ονειρεύτηκα απόψε 
ότι ήμουν πάλι παιδί,
κι ότι έπαιζα ανέμελο 
στην παλιά αυλή.

Ο χρόνος δεν μ' ένοιαζε. 
Σκάρωνα ένα πολύχρωμο αετό.
Μου άρεσε όταν φυσούσε
να τον κοιτώ ελεύθερο να αιωρείται
στον γαλάζιο ουρανό.

Κι είχα συνήθειο να του δένω 
ένα γράμμα στην ουρά 
να χαιρετίσω ήθελα 
τα σύννεφα τον ήλιο τα πουλιά.

Κι όταν άγγιζε το τέρμα του ουρανού
όταν χανόταν από το βλέμμα του παιδιού
έκοβα το σχοινί
τον άφηνα ελεύθερο
το δρόμο που ήθελε εκείνος να ακολουθεί.

Κι όταν 
η νύχτα σκέπαζε τη ζωή
κοιτούσα τον ξάστερο ουρανό
κι ανάμεσα σ' άστρα 
έβλεπα το δικό μου πολύχρωμο αετό
να λάμπει και να χαμογελά.

Με χαιρετούσε μου μιλούσε 
κι ας ήταν μακριά.
Κι αν είχε σύννεφα ή η ομίχλη ήταν πυκνή
και δεν τον έβλεπα
εγώ τον είχα μέσα στην καρδιά
και του μιλούσα όλα τα παλιά,
κι η ώρα ήσυχα κυλούσε
μαζί του συντροφιά
κι ας ήταν μακριά...

Και προς το τέλος είδα
χιόνια να πέφτουν στα βουνά. 
Κι όταν το σκοτάδι
ζύγωνε κοντά 
άνοιξα την πόρτα της αυλής
πήρα φόρα 
πάτησα στο καλό 
και στάθηκα πλάι του στον ουρανό.

Ξύπνησα 
από ένα θόρυβο δυνατό
Ένα παλιό μοτοσακό φώναζε
στον κόσμο μην με ξεχνάτε
είμαι κι εγώ εδώ.

Θυμήθηκα την αυλή 
το σχοινί τον αετό 
κι ακολούθησα το δρόμο τον καλό
πάνω σ' ένα παλιό μοτοσακό...