Monday, 11 September 2017

Άπειρο Λευκό


Κίνησα χθες νωρίς 
με το γρίφο της ζωής, να ασχοληθώ.

Αχαλίνωτη η πρόθεση 
ερχόταν από τα πολύ παλιά.

Ήταν μια καλοκαιρινή ήσυχη βραδιά 
που είχε ξαστεριά, 

όταν οι άνθρωποι κοίταξαν 
για πρώτη φορά ψηλά, 
κι είπαν τι είναι όλα αυτά τα λαμπερά 
που κρέμονται στον ουρανό 
κι εγώ τι κάνω κάτω εδώ;

Μήπως ανήκω κι εγώ κάπου εκεί 
στον κόσμο αυτό τον θαυμαστό 

που στέκεται πλάι στο Θεό;

Ερωτήσεις δεν έκανα πολλές 
πέρα από αυτές τις πολύ παλιές

που έκαναν όλες οι προηγούμενες
σαν όλους εμάς ψυχές.

Άλυτο ανεξήγητο το μυστήριο αυτό,
κι εγώ ίσως γρήγορα να κουράστηκα να ρωτώ.

Άφησα το μολύβι, έκλεισα το βιβλίο που μ' αρέσει να κοιτώ 
εκεί από χρόνια πολλά την αλήθεια ζητώ.

Άκουσα ένα θόρυβο σιγανό, και μια ψιθυριστή γαλήνια φωνή
σαν να μου φάνηκε κάτι να μου είπε στο αυτί.

Έγειρα τέντωσα το λαιμό να ακούσω καλύτερα αυτό το μυστικό
και σαν να άκουσα αυτό...

΄΄Δεν υπάρχει μυστικό.
Άνοιξε το παράθυρο ανέπνευσε αέρα καθαρό, κοίτα ψηλά στον ξάστερο ουρανό.

Γονάτισε για μια στιγμή με χέρια καθαρά άγγιξε τη δική σου την ψυχή,κι όλη η αλήθεια βρίσκεται εκεί.
Σ΄ ένα σεντόνι απλό λευκό που μοιάζει μ΄ένα δρόμο φωτεινό που απλώνεται από εδώ ως τον ουρανό περπάτησε χωρίς κανένα απολύτως δισταγμό κι εκεί θα συναντήσεις την αληθινή ζωή που χρόνια έψαχνες και νόμιζες ότι κάπου ήταν κρυμμένη στη γη και πίστευες ότι ήταν γραμμένη πάνω σε μια φανταχτερή πληρωμένη με χρυσά τάλαντα συνταγή.
Κι έτσι ίσως να δεις ότι το μυστικό τελικά είναι τόσο απλό, κρύβεται στο δικό σου ουρανό, που όταν τον βρεις κράτα τον σαν φυλαχτό. Κι όταν έρθει η ώρα η γραφτή άπλωσε αυτό το σεντόνι το λευκό, κάνε ένα βήμα σίγουρο προς τον ουρανό και βυθίσου στο άπειρο λευκό''

















Το Λίκνο

Άνοιξε τα μάτια της η ψυχή 
κολύμπησε στο φως 
λευτερώθηκε με μια κραυγή.

 Έκλαψε άναυδη η ζωή
ένα βήμα πιο κοντά ήρθε η ανατολή
γύρω από ένα αθώο λίκνο στρέφεται όλη η γη. 

Ποτήρι Έσπασε

Ατημέλητος τη νύχτα βγήκα πάλι μοναχός.
Ένα παλιό ξενύχτι αλησμόνητο, 

στο μυαλό μου βάσανο παντοτινό,
έκανα να πιω ένα πικρό ποτό.

Ένα ποτήρι κάποτε έσπασε
τραύμα, αίμα κύλησε,

κηλίδα κόκκινη το φόρεμα λευκό.

Το χέρι σου κράτησα στη διαδρομή,
σ' ένα ράντζο στο διάδρομο το πρώτο μας φιλί.

Πρόχειρα έραψαν την πληγή, 
τα ράμματα έμειναν μια ζωή.

Ένα λάθος, μια άτυχη στιγμή
ακόμη λυπάμαι που έδωσα την αφορμή.

Κοφτερό λεπίδι έκοψε την παλιά κλωστή
άνοιξε 'κείνη η παλιά πληγή.

Το χέρι σου κράτησα στη διαδρομή,
ψιθύριζες χωρίς αναπνοή γιατί; γιατί;

Άγγελος κατέβηκε σε πήρε αγκαλιά,
το τελευταίο αντίο μου το 'πες εκείνη τη βραδιά.

Το φόρεμα λευκό κόκκινος ο λεκές
άδειες από τότε όλες οι στιγμές.


Το χέρι σου κράτησα στη διαδρομή,

ψιθύριζες χωρίς αναπνοή γιατί; γιατί;

Τι ζητάς

Ψυχή μου χρόνια με ρωτάς
που αρμενίζεις που κοιτάς,

σε ποιους κάμπους περπατάς,
σε ποιες κρυφές γωνιές της νύχτας
κρύβεσαι, τι ψάχνεις, τι ζητάς;

Αίνιγμα άλυτο, μου λες 
ανεξήγητο ο σκοπός σου,

κι ο γόρδιος δεσμός έχει κοπεί.

Ένα κερί πικραμένο 
λιώνει κάπου στη γη.

Θα σβήσει 
κι η λύση ακόμη 
φαντάζει μακρινή.

Ποιος ξέρει ν' απαντήσει, 
τι να πει ;

Ποιος δεν ψάχνει μια ζωή
το μίτο που οδηγεί
στην περιπόθητη αυγή.







Παιδιά Σφυρίζουν

Παιδιά έξω στην αυλή 
σφυρίζουν χαρούμενο σκοπό 
το γέλιο τους δεν έχει τελειωμό.


Πράσινα τα φύλλα
ρίχνουν πάνω τους πυκνή σκιά,
τα λουλούδια του κήπου
δείχνουν τόσο χαρωπά.

Λέξεις δεν βρίσκω να τους πω
πόσο χαίρομαι για όλο αυτό, 
δεν θέλω να σταματήσουν 
το χαρούμενο σκοπό.

Σφυρίζω κι εγώ προσπαθώ 
μήπως βρω το δικό τους το ρυθμό,
το γέλιο τους δεν έχει τελειωμό.

Φεύγουν ένα ένα τα παιδιά 
το γέλιο μοιάζει τώρα μακρινό,
αλίμονο, δεν θυμάμαι το ρυθμό.

Κι από τότε προσπαθώ 
κάθε μέρα σφυρίζω 
μήπως και βρω 
αυτό τον παιδικό σκοπό.

Σπίθα Άναψε

Στα μητρικά σπλάχνα 

αγάπης σπίθα άστραψε 
έφερε αθώα ζωή.
Ο πρώτος σιγηλός θόρυβος της ζωής
εκεί στα σκοτεινά ήχησε, 
η ψυχή πρώτη τον άκουσε,
φώτισε ο νους, άλλαξε στράτα.
Ψήλωσε η ζωή, θαμπώθηκε, 
τα μαχαίρια μπήκαν στα θηκάρια
γονάτισε χαρούμενος ο κόσμος

προσκύνησε το νέο θαύμα.

Λάθος Στιγμή

Αρχή καλοκαιριού νύχτα, ήσυχη γαλήνια, ξάστερος ουρανός. 
Χορδές λεπτές αγγίζονται απαλά, μελωδία νότες τραγούδι όμορφο, ξυπνούν οι θύμισες σέρνουν μέσα στην απάνεμη σιγαλιά θεσπέσιο χορό.
Πόρτα ανοίγει στο μυαλό, γυρίζει η σκέψη στον παλιό καιρό, τότε που όλα κυλούσαν μέσα στην ανέμελη χαρά,
κι όλα ήταν γιορτινά, τι ωραία ήταν τότε που ήμασταν όλοι παιδιά.
Μια πυκνή ομίχλη στην αρχή, όμως σιγά σιγά αχνοφαίνεται μια εφηβική σκηνή.
Ένα μπουκάλι γυάλινο αδειανό γυρίζει σαν τρελό, δυνατά καρδιές χτυπούν, βλέμματα της άγουρης νιότης με περίσσια λαχτάρα το κοιτούν, ένα σύντομο αθώο στο μάγουλο ζεστό φιλί όλα προσδοκούν, κρυφός, ντροπαλός ο πρώτος τους έρωτας πως αλλιώς να του το πουν;
Ένα σταμάτημα ξαφνικό, ένα βλέμμα φαίνεται χαρωπό, σηκώνεται γοργά ορμάει μ' ανοιχτή την αγκαλιά μη τρέξει ο χρόνος μακριά και χάσει τη μοναδική που του δόθηκε από την τύχη στιγμή να δώσει στην όμορφη της καρδιάς του κορασιά που βαθιά την αγαπά το πρώτο του αγνού έρωτα φιλί.
Ένα μάγουλο σαν νιούτσικη παπαρούνα κοκκινίζει στη στιγμή από την αθώα την ντροπή, μια αδιόρατη γλυκιά του άδολου έρωτα πυρκαγιά ξεσπά τυλίγει δύο εφηβικά κορμιά. Ένα ψιθυριστό ''κάτι θέλω να σου πω'' ακούγεται την επόμενη στιγμή...
Κύριε τι θέλετε να παραγγείλετε, πριν λίγο με φωνάξατε.
Σιωπή.
Λάθος η στιγμή...

Όμορφο Πρωινό

Όμορφο το πρωινό μου λες.

Παίζεις με τον ήλιο, 
απλώνεις λευκό το σεντόνι της ψυχής,
κοίτα μου λες άνθισε μια πασχαλιά
μύρισε άνοιξη όπως χθες.

Ένα χαμόγελο φυτρώνει στην καρδιά 

σήμερα ξύπνησα πάλι με 'σένα αγκαλιά,
κι όλα τ΄ άσχημα τα ξεχνώ, πίσω τα πετώ.
Στρέφω το βλέμμα στη ζωή, 
αρχίζω μ' ένα τραγούδι το πρωί.

Βγαίνω στο δρόμο περπατώ 

χωρίς να ανησυχώ, 
όσα εμπόδια κι αν βρω 
ξέρω αύριο μαζί σου πάλι το πρωί 
ο ήλιος θα μου φωτίσει την ψυχή.

Όμορφη άνοιξη ευωδιαστή

για πάντα μαζί σου η ζωή.





Μόνος τα Βράδια

Άγνωστος στην πόλη τα βράδια τριγυρνώ
το χέρι στη σκιά μου δεν παύω να κρατώ.
Η παρουσία της η μόνη συντροφιά 

μέσα στου μυαλού μου τη σκοτεινή διαδρομή,
κι απ' έξω η πόλη όλο φωνή φαίνεται τόσο ξένη 
στη δική μου τη σιωπή, στη δική μου την ψυχή.



Έμαθα μόνος τα βράδια να περπατώ 
κι έχω πάντα το βλέμμα στο κενό.
Ζω μόνο στ' όνειρα κι ας είναι απατηλά
όλα τ' άλλα φαίνονται απόμακρα και τόσο μακρινά. 
Κι απ' έξω οι διαβάτες όλο φωνή φαίνονται τόσο ξένοι
στη δική μου τη σιωπή στη δική μου την ψυχή.

Φυσάει αέρας σπρώχνει τη σκιά μου μακριά
ένα βλέμμα περαστικό ένα απρόσμενο φιλί
γκρεμίζει του εαυτό μου τη σιωπή 
κι η πόλη έχει πια φωνή χρωματιστή, 
κι όλα μοιάζουν τόσο όμορφα και τόσο φωτεινά.
Ξέχασα τις νύχτες μόνος στην πόλη να περπατώ
της σκιάς μου το χέρι πια δεν το κρατώ.
έμαθα πάλι μια νύχτα ν' αγαπώ.

Γύρισα

Νεανικές μυστηριώδεις λάμψεις.
Περίεργη απολαυστική μυρωδιά
αναδίδεται.

Πάθος εξομολογείται, σιωπηλά 
κραυγάζουν ιδρωμένα τα κορμιά.
Ματιές αυθάδεις διαπεραστικές
ερωτικές.
Δυναμώνει η φωτιά, ανήμπορα 
τα κεριά λιώνουν.
Κρυφοί ψίθυροι σκορπούν
στο δωμάτιο.
Στήλη διάπυρου φωτός υψώνεται,
έκσταση, αισθησιασμός, 
η ζωή αγγίζει τ' όνειρο.
Καρπός γλυκός απαγορευμένος.
Βήματα γοργά, ακάλεστα,
γνώριμα.
Γύρισα...
Αποκάλυψη. 
Κραυγή. Σιωπή.
Παρελθόν, παρόν γκρεμίζονται.

Άξιζε;

Το Μυστικό

Ξεχωριστά περίεργη η ηρεμία και η συγκατοίκηση,
της παθιασμένης ιδιοτροπίας της νεαρής γνώσης
όταν συνάντησε έπειτα από χρόνια πολλά

αναπάντεχα κι αινιγματικά
τη μεθυσμένη ακόλαστη πατρική συμπεριφορά.
Δεν είναι τα χρήματα ούτε η κληρονομιά 
που έφεραν αυτή τη νεανική μεταστροφή, 
μα ούτε κι η πατρική ανύπαρκτη στοργή.
Ένα μυστηριώδες γράμμα υπεύθυνο γι όλα αυτά
που γράφτηκε από πολύ παλιά, από κάποια χέρια τρυφερά,
και δόθηκε μια νύχτα όλο παγωνιά από μια μεγάλης ηλικίας
γιαγιά σ' αυτό το μορφωμένο νεαρό περήφανο παιδί που
δεν θυμόταν τη μητέρα του ούτε μια στιγμή. 
Ένα παλιό μυστικό οικογενειακό είχε το γράμμα αυτό, κανείς δεν ρώτησε ποτέ γι αυτό, μιας και ήταν ζήτημα στενά προσωπικό.
Κι αν σας κάνει εντύπωση αυτή η συμπεριφορά, μικρό είναι το κακό γιατί σημασία έχει μοναχά ότι ένα νεαρό της βαθιάς γνώσης παιδί συνάντησε μετά από χρόνια πολλά τον πατέρα του μια δύσκολη βραδιά.
Κι ανέχτηκε για την υπόλοιπη του τη ζωή ένα μέθυσο με 
πικάντικη ζωή, γιατί αυτό το γράμμα το μητρικό του μετέφερε 
ένα μεγάλο μυστικό, το οποίο όπως σας είπα δεν ξέρω 
να σας πω.
Αλλά τώρα σας καληνυχτώ και σας ευχαριστώ και σας 
υπόσχομαι πως αν ποτέ μάθω κάτι γι' αυτό το μυστικό ευχαρίστως

θα σας το πω.

Τολμηρή Απόπειρα

Φως αχνό, διάδρομος στενός, στρωμένο κόκκινο χαλί
κομψή σιλουέτα βαδίζει μοναχή.
Απροκάλυπτα κατάλληλη για τολμηρή απόπειρα η στιγμή.

Ένα άγγιγμα στον ώμο απαλό, ένα ελαφρύ γύρισμα του ματιού, μια λαχανιασμένη αναπνοή, ένα απρόσμενο φιλί,
δεν υπήρχε δεύτερη επιλογή.
Ένα ψιθυριστό, ντροπαλό σ' αγαπώ δειλά σκαρφαλώνει από τα βάθη της ψυχής, σπάει το τζάμι της σιωπής.
Ελαφρύ τρίξιμο, πόρτα ανοίγει, πρόσωπο γνωστό προβάλλει ξαφνικά, αδέξιο σάστισμα, ένα χαμόγελο παγώνει, απρόσμενα βραχυκυκλώνει όλη η σκηνή.
Γιατί άργησες;
Εγώ...
Μια υπόκλιση, μια αξιοσέβαστη αποχώρηση λευτερώνει
τη δύσκολη στιγμή.
Η πόρτα κλείνει, συμβουλές ανιαρές, αναπάντητες ερωτήσεις, πολλές.
Μια συζήτηση συνηθισμένα τυπική, η ουσία ανήκει στη ζωή.
Μια ανάμνηση ζεστή, ανήσυχη η σκέψη λύση αναζητεί. Πώς
θα έρθει το επόμενο φιλί;
Αμήχανα τα δάκτυλα οδηγούνται στην τσέπη, μια λεπτή λουρίδα από χαρτί, ένα σημείο συνάντησης γνωστό, και εκεί γραμμένο με κόκκινο στυλό ένα μήνυμα φλογερό...
''Σε ποθώ, θέλω πολύ να σε ξαναδώ''. 

Ένα ουράνιο τόξο πρόβαλε στα ξαφνικά, ένα πρόσωπο φώτισε από χαρά, του έρωτα τα δίχτυα απλώθηκαν με επιτυχία ακόμη μια φορά.

Γέννημα Γης



Παρθένες αχτίνες μεταξένιες
σκορπάει απλόχερα στη γης,
ο ήλιος ο λαμπρός ο καλοκαιρινός.

Ζεστό, ανάλαφρο χάδι το άγγιγμα του,

αυλακωμένη μπολιασμένη η μήτρα της.
Ευλύγιστα, τα κύματα ξανθά
απαλά τα σπρώχνει δεξόζερβα ο αγέρας.
Το πέλαγος, χρυσάφι απέραντο.

Ακρίδες ζώνονται στ' άρματα έτοιμες ν' επιτεθούν.
Οι τζίτζικες στις φυλλωσιές
χαρούμενοι ανέμελοι σφυρίζουν συζητούν.

Σκυφτοί οι θεριστάδες
κρασί, ελιά, τυρί, αλάτι και ψωμί ζητούν
το μόχθο τους σιγοτραγουδούν.
Σιτάρι γεμίζει η χούφτα τους πολύ,
χώμα ευλογημένο, η Δήμητρα σου έδωσε ζωή.

Μες στο αλώνι, στο πύρινο λιοπύρι,

αγόγγυστα τα βόδια ιδροκοπούν.
Τη μάνα χωρίζουν από τον καρπό,
αιώνες ακολουθούν αυτόν τον ιερό σκοπό.

Φυσάει ο άνεμος, χαρούμενο κακαρίζει το νερό
γυρίζει ο μύλος ο παλιός χωρίς σταματημό.
Τσουβαλιάζει ο μυλωνάς τ' αλεύρι το λευκό
ζυμώνει ο φούρναρης, σφραγίδα βάζει το σταυρό.

Ξύπνησε η ροδοδάχτυλη αυγή,

άνοιξαν τα παράθυρα, μύρισε ο κόσμος ζεστό ψωμί
ξεκίνησε ο χρόνος από την αρχή.

Σουσάμι σκόρπισε στη γη

σπουργίτι ζήτησε σπυρί,

κανένας πεινασμένος σ' αυτή τη γη. 

Κατάλαβε

Σουρούπωνε
ο αγέρας είχε κοπάσει.
Τα φώτα πλησίαζαν.
Μια γαλήνια μελωδία έσερναν στην άσπρη ράχη τους τα κύματα.
Στην αμμουδιά ήταν στρωμένο το τραπέζι από καιρό,
άφθονο το κρασί κόκκινο, έτοιμο να μεθύσει τη νύχτα.
Τα βλέμμα ίχνευε τον σκοτεινό ορίζοντα
το πλοίο όμως δεν φαινόταν.
Ένα νυχτοπούλι βούτηξε στο σκοτεινό βυθό
ένα λευκό φως άστραψε στον ωκεανό
ένα δάκρυ κύλησε από τον ουρανό
σήκωσε ψηλά το ποτήρι
κατάλαβε...
Καληνύχτα ψιθύρισε,

κι αύριο θα είμαι πάλι εδώ... 

Σε μια Καρδιά


Η σκιά
Εδώ-Είναι
κοιτά
το Είναι
σιωπηλή.


Στο φως

έχει ζωή

στο σκοτάδι

χάνεται,
το Είναι
αφήνει να σκεφτεί
το πως και το γιατί;



Το όνειρο

στο Είναι

πλάθει η ψυχή

ασάλευτη κοιτά η λογική.



Εδώ Είναι

η σκιά

το Είναι 

το φως το σκοτάδι η ψυχή
ο έρωτας 
δίνει νόημα σ' όλα

σε μια καρδιά πρώτα ανοίγει την πόρτα η ζωή.  

Είχα Ξεχάσει τη Στιγμή

Όνειρο ήρθες από παλιά
μάτωσες απόψε μια καρδιά.

Είχα ξεχάσει τη στιγμή
που είχα προδώσει μια ζωή.

Νόμιζα ότι ήσουν παρελθόν
εχθές έχτιζα το παρόν.

Άγγιξες μια ευαίσθητη χορδή
δάκρυα ήρθαν το πρωί.

Σ' ένα γράμμα ένα τέλος
σημάδεψε για πάντα

μια ολόκληρη ζωή,
είχα ξεχάσει τη στιγμή 
που είχα πληγώσει μια ψυχή.

Ένας πικρός καφές
μια στυφή αναπνοή

η συντροφιά μου το πρωί.
Η δική σου ανάμνηση
η σκιά μου την υπόλοιπη ζωή.


Είχα ξεχάσει τη στιγμή 

που είχα προδώσει μια ζωή.

Η ΚΡΙΣΗ

Μικρός ο χώρος
ζέστη, φώτα, αρώματα

ατμόσφαιρα ευχάριστα αποπνιχτική.
Χαμόγελα, διάθεση ανάλαφρη,
αγωνία υπαρκτή, συνηθισμένη
πλησιάζει η επόμενη πράξη στη σκηνή.
Ένα μπουκέτο, μια επιστολή,
μια πρόσκληση ανοιχτή,
μια εικόνα νεανική, 
μια ματιά βιαστική.
Ένα κόσμημα χρυσό, ένα φόρεμα ακριβό,
μια ώριμη επιστολή, μια πρόσκληση ανοιχτή,
μια ματιά προσεκτική.
Δεν είναι κατάλληλη η στιγμή,
η κρίση είναι θολή,
η κουρτίνα έχει τραβηχτεί
και το κοινό αδημονεί.
Μια ζωή μέσα στη χλιδή,
ένα όνειρο παρατημένο κλαίει πίσω
στη σκηνή,
η κρίση ήταν πρακτική
μια καρδιά έμεινε αδειανή



σε μια έρημο κυλάει η ζωή.

Όχι Τώρα


Η περίπλοκη έκσταση

χαμογέλασε συνεσταλμένα,

και το δροσερό αεράκι
πήρε μαζί του την ευπρεπή ταραχή.
Μάτια μαύρα, λάγνα. 
Βλέμμα φλογερό, 
γεμάτο νεανικό πόθο.
Μια σοβαρή υπόκλιση,
το ποτήρι υψώνεται.
Στην υγεία σου, 
Αφροδίτη το ξέχασες;
Γιορτάζεις...
Περίπλοκα όλα,
ο κόσμος μπορεί 
να περιμένει,
η στιγμή όχι.
Πάμε, 
άφησε πίσω
τη θυσία,
άνοιξε την πόρτα
στην ευτυχία.
Όχι τώρα...
Σκουριασμένη πόρτα
ανοίγει,
καθρέφτης, μονόλογος
πικρός.
Αφροδίτη το ξέχασες;
Χθες γιόρταζες,
δεν το θυμήθηκε 
κανείς...
Θόρυβος. 
Η σκουριασμένη
πόρτα έκλεισε 
η ευτυχία

είχε μείνει απ' έξω.

Έξι Λέξεις


Σκοτάδι.

Ένα βήμα, Κλικ.

Φως. Ησυχία.
Τραπέζι.
Λουλούδι ξέπνοο,
απλωμένο, μαραμένο.
Φωτογραφία,
πόζα αξιολάτρευτη,
αχνό χαμόγελο σεμνό.
Βλέμμα ζεστό,
λιμάνι απάνεμο, καταφύγιο ζωής.
Γράμμα ανοιχτό 
περιμένει.
Έξι λέξεις.
<<Σ' αγαπώ. Φεύγω. Σας Είδα! 
Γιατί; >>.
Αγκάθια σουβλίζουν 
την καρδιά.
Άθυμος αναστεναγμός, πικρός πνιχτός. 
Εικόνες ευτυχισμένες, 
αναμνήσεις χαρούμενες, 
σβήνουν γρήγορα. 
Μια σκιά στον τοίχο.
Ξύλινος σταυρός.
Προδομένη η αγάπη γέρνει,
ξεψυχά.
Μια κλίνη τυλίχτηκε 
στις φλόγες, μια ζωή 
γκρεμίστηκε. 
Γιατί;
Ένα βήμα. Κλικ.
Σκοτάδι.

Δωμάτιο κενό, ζωή άδεια.

Φως Χώμα

Έσυρε

ο
χάρος
το χώμα
στο σκοτάδι
και 
ζήλεψε
το 
πνεύμα
που χάθηκε

στο φως.

Φεύγω Νωρίς

Νωρίς φεύγω το πρωί,
εύκολα το φιλί ξεχνώ

ταξίδι σύντομο η ζωή,
το τρένο της ακολουθώ 
κι όπου βγει,
αλήτικη κουβαλώ ψυχή.

Πηγαίνω χωρίς να πληρωθώ
δεν αξίζω το χρυσό,

καρφιά έχω στην καρδιά
τα ξέχασε κάποτε μια ερωτική βραδιά.

Δεν ψάχνω τίποτα
να μετρηθώ, 

η προδοσία έγινε παλικαριά
νοιάζεται μόνο για τα λεφτά.

Νωρίς φεύγω το πρωί
στο δρόμο αλήτης τριγυρνώ

τέλος δεν έχει η ζωή,
στο τρένο της ανέβηκα
κι όπου βγει.





Το Παραθύρι


Λιβάδι πολύχρωμο, χαριτωμένο,

μυρωδιές συναρπαστικές, διαπεραστικές,

γέλια, λαλιές άγνωστες
αισθήματα αγνά, καλοσυνάτα 
στολίδι φύτρωσε στη γης.
Ερωτήσεις τρυφερές, αθώες
μονόλογος έκπληξης, θαυμασμός,
απαντήσεις, περιγραφή αδύνατη.
Σκέψεις ονειροπόλες, ευχάριστες 
ταξίδια μαγικά, γαληνεμένα.
Τα τείχη, οι πύργοι γκρεμίστηκαν
λεύτερες ψυχές, ανάλαφρες,
πουλιά φτερά άπλωσαν
γαλάζιος ουρανός, διάφανος.
Ο ήλιος στο άρμα του, περίλαμπρος.
Αγνό μυαλό πλάθεται,
παιδική ανάσα, ήσυχη
μάτια, ψυχή ευτυχισμένα.
Σελίδα γυρίζει, κοιμήθηκε. 
Το παραμύθι όμορφο, ατέλειωτο, 
ζωή γεμάτη, θαύματα 

όσα και τα παιδιά της.

Μισή Κίτρινη Καρδιά

Το αγέρι φύσηξε δυνατά,
άνοιξε παραθύρι άνοιξε την αγκαλιά 
μη δείχνεις απονιά.

Ένας πονεμένος έρωτας μισός 
απάνω σου απλώνει τα δάκρυα του
χάρισε του λίγη ζεστασιά.

Ο χρόνος πέρασε 
σταμάτησε η βροχή
τα δάκρυα δεν άντεξαν
άφησαν μες στο κρύο 
μες στη δυνατή του αγέρα τη βοή
την τελευταία τους πνοή.


Κι απάνω στο τζάμι 
έμεινε χαραγμένη 
μια κίτρινη καρδιά μισή 
που δάκρυα ατέλειωτα χύνει 
όταν έχει αγέρι όταν έχει ψιλή βροχή.