Κίνησα χθες νωρίς
με το γρίφο της ζωής, να ασχοληθώ.
Αχαλίνωτη η πρόθεση
ερχόταν από τα πολύ παλιά.
Ήταν μια καλοκαιρινή ήσυχη βραδιά
που είχε ξαστεριά,
όταν οι άνθρωποι κοίταξαν
για πρώτη φορά ψηλά,
κι είπαν τι είναι όλα αυτά τα λαμπερά
που κρέμονται στον ουρανό
κι εγώ τι κάνω κάτω εδώ;
Μήπως ανήκω κι εγώ κάπου εκεί
στον κόσμο αυτό τον θαυμαστό
που στέκεται πλάι στο Θεό;
Ερωτήσεις δεν έκανα πολλές
πέρα από αυτές τις πολύ παλιές
που έκαναν όλες οι προηγούμενες
σαν όλους εμάς ψυχές.
Άλυτο ανεξήγητο το μυστήριο αυτό,
κι εγώ ίσως γρήγορα να κουράστηκα να ρωτώ.
Άφησα το μολύβι, έκλεισα το βιβλίο που μ' αρέσει να κοιτώ
εκεί από χρόνια πολλά την αλήθεια ζητώ.
Άκουσα ένα θόρυβο σιγανό, και μια ψιθυριστή γαλήνια φωνή
σαν να μου φάνηκε κάτι να μου είπε στο αυτί.
Έγειρα τέντωσα το λαιμό να ακούσω καλύτερα αυτό το μυστικό
και σαν να άκουσα αυτό...
΄΄Δεν υπάρχει μυστικό.
Άνοιξε το παράθυρο ανέπνευσε αέρα καθαρό, κοίτα ψηλά στον ξάστερο ουρανό.
Γονάτισε για μια στιγμή με χέρια καθαρά άγγιξε τη δική σου την ψυχή,κι όλη η αλήθεια βρίσκεται εκεί.
Σ΄ ένα σεντόνι απλό λευκό που μοιάζει μ΄ένα δρόμο φωτεινό που απλώνεται από εδώ ως τον ουρανό περπάτησε χωρίς κανένα απολύτως δισταγμό κι εκεί θα συναντήσεις την αληθινή ζωή που χρόνια έψαχνες και νόμιζες ότι κάπου ήταν κρυμμένη στη γη και πίστευες ότι ήταν γραμμένη πάνω σε μια φανταχτερή πληρωμένη με χρυσά τάλαντα συνταγή.
Κι έτσι ίσως να δεις ότι το μυστικό τελικά είναι τόσο απλό, κρύβεται στο δικό σου ουρανό, που όταν τον βρεις κράτα τον σαν φυλαχτό. Κι όταν έρθει η ώρα η γραφτή άπλωσε αυτό το σεντόνι το λευκό, κάνε ένα βήμα σίγουρο προς τον ουρανό και βυθίσου στο άπειρο λευκό''