Παρθένες αχτίνες μεταξένιες
σκορπάει απλόχερα στη γης,
ο ήλιος ο λαμπρός ο καλοκαιρινός.
Ζεστό, ανάλαφρο χάδι το άγγιγμα του,
αυλακωμένη μπολιασμένη η μήτρα της.
Ευλύγιστα, τα κύματα ξανθά
απαλά τα σπρώχνει δεξόζερβα ο αγέρας.
Το πέλαγος, χρυσάφι απέραντο.
Ακρίδες ζώνονται στ' άρματα έτοιμες ν' επιτεθούν.
Οι τζίτζικες στις φυλλωσιές
χαρούμενοι ανέμελοι σφυρίζουν συζητούν.
Σκυφτοί οι θεριστάδες
κρασί, ελιά, τυρί, αλάτι και ψωμί ζητούν
το μόχθο τους σιγοτραγουδούν.
Σιτάρι γεμίζει η χούφτα τους πολύ,
χώμα ευλογημένο, η Δήμητρα σου έδωσε ζωή.
Μες στο αλώνι, στο πύρινο λιοπύρι,
αγόγγυστα τα βόδια ιδροκοπούν.
Τη μάνα χωρίζουν από τον καρπό,
αιώνες ακολουθούν αυτόν τον ιερό σκοπό.
Φυσάει ο άνεμος, χαρούμενο κακαρίζει το νερό
γυρίζει ο μύλος ο παλιός χωρίς σταματημό.
Τσουβαλιάζει ο μυλωνάς τ' αλεύρι το λευκό
ζυμώνει ο φούρναρης, σφραγίδα βάζει το σταυρό.
Ξύπνησε η ροδοδάχτυλη αυγή,
άνοιξαν τα παράθυρα, μύρισε ο κόσμος ζεστό ψωμί
ξεκίνησε ο χρόνος από την αρχή.
Σουσάμι σκόρπισε στη γη
σπουργίτι ζήτησε σπυρί,
κανένας πεινασμένος σ' αυτή τη γη.
No comments:
Post a Comment