Wednesday, 30 August 2017

Μια Νότα κι Εσύ

Άπληστος ο Έρωτας 
ασύνορος. 
Μείγμα απροσδιόριστο,
γεννά το αξεπέραστο συνεχές.
Ήχος αισθαντικός 
της αβύσσου σπαραγμός,
δραπέτευσε το φως.
Αυτή η αρχή όχι ο προορισμός.
Αιώνιος ο πόλεμος
δημιουργός.
Ένα βλέμμα η αφορμή.
Η αιτία κοινή 
αγκάθι σε τρυπάει χωρίς να ξέρεις το γιατί
κοιτάς την παλάμη 
δεν υπάρχει αυτή η γραμμή.
Ο Διόνυσος ορίζει τη στιγμή
όταν το ελάχιστο αγγίζει την αιώνια υφή.
Ο έρωτας 
διαλύει το νεφέλωμα
που κρύβει 
την αστείρευτη πηγή
που οδήγησε
το μυαλό του ποιητή
να ζωγραφίσει με μουσική 
τον όμορφο κόσμο
που μια νότα του 
είσαι κι εσύ...

Ένα Βήμα

Ένα σκαλοπάτι
υψώθηκε και σήμερα μπροστά μου.
Άπλωσα το βήμα
άλωσα τις αλυσίδες τα καρφιά τα δάκρυα
όλα τα σπουδαία ανιαρά
πλησίασα πιο κοντά
στην απόκρημνη κορυφή
που χτυπάει η καρδιά μου
κι ίσως εκεί ευφρανθώ

με το φως της σιωπηλής μοναξιάς μου

Tuesday, 29 August 2017

Χωρίς Ανταλλαγή

Αν διαιρείς συνέχεια τη ζωή
μην νομίζεις θα συναντήσεις την αρχή.
Μια σκόνη απλωμένη υπάρχει ακόμη 
και στην πιο μικρή στιγμή.
Το αδιαίρετο υπάρχει στην άυλη υφή 
ο χρόνος μια φαντασία υπαρκτή.
Περιπλανώμενοι θεατές στου απείρου τη σκηνή
ξεφλουδίζουμε χωρίς λόγο την ώρα τη στιγμή
κι αφήνουμε να χαθεί από τα χέρια μας 
το όμορφο δείλι η ρόδινη ανατολή.
Ένα ποτήρι γλυκό κόκκινο κρασί 
ένα τριαντάφυλλο ευωδιαστό 
μια αγάπη ένας έρωτας ένα φιλί
σε μια μικρή στιγμή ανασαίνει το άπειρο 
αρκεί να 'σαι 'κει έτοιμος να προσφέρεις 
χωρίς ανταλλαγή τη δική σου την ψυχή.

To Ξεροπήγαδο

Το φως 
η αρχή
Ψίθυρος της ψυχής η αναπνοή. 
Μια έκρηξη χρωμάτων η φωνή.
Ο πρώτος παλμός ο ήχος του σύμπαντος μέσα σου ηχεί 
Το σκοτάδι η άβυσσος η φυγή .

Ένα φιλί χάρισε ο ήλιος στην αυγή 
κι άνοιξε την πόρτα 
στην χρυσή ανατολή.


Κι όταν ακούσεις την καρδιά σου 
μανιασμένη από έρωτα να χτυπά 
και δεν υπάρχεις κι έχεις χαθεί 
και τρέμεις και κρύβεσαι σαν σκιά 
μη φοβάσαι 
το φως είδες 
τυλίξου σε μια αχτίδα του 
και ζέστανε ένα όμορφο λουλούδι
και ο κήπος θα ανθίσει
και στο ξερό πηγάδι της αυλής
γάργαρο καθάριο νερό θα αναβλύσει
κι όταν το κοιτάξεις
άσπιλη η ψυχή σου θα αντιφεγγίσει
κι ένα πουλί λευκό 
στην αρχή στο φως θα σ' οδηγήσει...

Monday, 28 August 2017

Στο Μεταίχμιο Μαχητής


Θαλασσοπόρος στο άπειρο 
μ' οδηγό το φως της ψυχής
τον κεραυνό την αστραπή 
του αιώνιου έρωτα αναζητώ 
της πιο μικρής μεγάλης στιγμής
που γεννά το τέλος την αρχή
στο μεταίχμιο στέκομαι μαχητής
της δικής μου της άλλης ζωής

Μη Φύγεις

Τα μεσάνυχτα 
 όταν έχει πανσέληνο
μες στη σιγαλιά 
τα κύματα ξεκινούν 
ένα ερωτικό τραγούδι 
με στίχους που μιλούν 
για την απέραντη θάλασσα των αστεριών 
για την κίτρινη λεμονιά που 
ομορφαίνει την αυλή 
για όλα τα όνειρα που σήκωσαν πανιά 
και πνίγηκαν στου έρωτα τη βαρυχειμωνιά 
για μια γοργόνα που τον αδερφό της ψάχνει ακόμη στα πέλαγα τα ανοιχτά 
για όλες τις αγάπες που γέμισαν ένα κόσμο αδειανό 
για 'κεινα τα  όμορφα που σαν αγκάθι πληγώνουν την καρδιά 
για τα ζεστά φιλιά που χτυπούν την πόρτα που κατοικεί η μοναξιά 
...

Μη φύγεις νύχτα απόψε 
μην ανοίξεις χρόνε τα φτερά 
είναι μεσάνυχτα 
και το φεγγάρι έχει τόση ομορφιά. 

Μια ψυχή έχει παραδοθεί στου έρωτα την αγκαλιά 
μια καρδιά έχει γεμίσει πύρινα φιλιά 
μια ευωδιαστή τριανταφυλλιά ραίνει με κόκκινα πέταλα τα κύματα από ψηλά 
κι όλη η θάλασσα  απ' έρωτα μοσχοβολά.

Μη φύγεις νύχτα απόψε 
σπρώξε τη μέρα ένα βήμα πιο μακριά...

Το Πεύκο και η Γοργόνα

Σε μια κρυφή ακρογιαλιά
ένα όμορφο πεύκο μοναχικό
με κοφτερά πράσινα μαλλιά 
απλώνει κάθε μέρα πυκνή σκιά.

Σε κάθε κύμα 
αποζητά μια αγκαλιά 
ακόμη κι ας είναι πικρή 
έχει κι αυτή μια ζεστασιά 
δεν υπάρχει ζωή στη μοναξιά.

Κι ένα αηδόνι 
κρυμμένο έχει στην καρδιά
τα βράδια που 'χει ξαστεριά 
το αφήνει λεύτερο να κελαηδά 
για τη σιωπή τη μοναξιά 
για τη γαλάζια θάλασσα 
που απλώνεται εμπρός του πλατιά
για την όμορφη γοργόνα 
που τραγουδά στο βράχο που είναι 'κει κοντά 
για το σ' αγαπώ που θέλει να της πει.

Μα δεν έχει φωνή 
δεν έχει χέρια 
δεν έχει πόδια 
δεν μπορεί να κουνηθεί 
έχει μόνο ένα ασάλευτο δάκρυ στην ψυχή.

Κι απλώνει τις ρίζες του όσο μπορεί
και ίσως μια μέρα 
στο βράχο 
ανθίσει ένα πράσινο κλαδί
κι ένα αηδόνι αγκαλιάσει μια γοργόνα
κι ένα δάκρυ της δροσίσει τη ζωή.

Το Παλιό Μοτοσακό

Ονειρεύτηκα απόψε 
ότι ήμουν πάλι παιδί,
κι ότι έπαιζα ανέμελο 
στην παλιά αυλή.

Ο χρόνος δεν μ' ένοιαζε. 
Σκάρωνα ένα πολύχρωμο αετό.
Μου άρεσε όταν φυσούσε
να τον κοιτώ ελεύθερο να αιωρείται
στον γαλάζιο ουρανό.

Κι είχα συνήθειο να του δένω 
ένα γράμμα στην ουρά 
να χαιρετίσω ήθελα 
τα σύννεφα τον ήλιο τα πουλιά.

Κι όταν άγγιζε το τέρμα του ουρανού
όταν χανόταν από το βλέμμα του παιδιού
έκοβα το σχοινί
τον άφηνα ελεύθερο
το δρόμο που ήθελε εκείνος να ακολουθεί.

Κι όταν 
η νύχτα σκέπαζε τη ζωή
κοιτούσα τον ξάστερο ουρανό
κι ανάμεσα σ' άστρα 
έβλεπα το δικό μου πολύχρωμο αετό
να λάμπει και να χαμογελά.

Με χαιρετούσε μου μιλούσε 
κι ας ήταν μακριά.
Κι αν είχε σύννεφα ή η ομίχλη ήταν πυκνή
και δεν τον έβλεπα
εγώ τον είχα μέσα στην καρδιά
και του μιλούσα όλα τα παλιά,
κι η ώρα ήσυχα κυλούσε
μαζί του συντροφιά
κι ας ήταν μακριά...

Και προς το τέλος είδα
χιόνια να πέφτουν στα βουνά. 
Κι όταν το σκοτάδι
ζύγωνε κοντά 
άνοιξα την πόρτα της αυλής
πήρα φόρα 
πάτησα στο καλό 
και στάθηκα πλάι του στον ουρανό.

Ξύπνησα 
από ένα θόρυβο δυνατό
Ένα παλιό μοτοσακό φώναζε
στον κόσμο μην με ξεχνάτε
είμαι κι εγώ εδώ.

Θυμήθηκα την αυλή 
το σχοινί τον αετό 
κι ακολούθησα το δρόμο τον καλό
πάνω σ' ένα παλιό μοτοσακό...

Sunday, 27 August 2017

Η Στοργή της Μοναξιάς

Εντυπωσιάστηκε
η βαθιά της ερήμου η σιωπή
από ένα μοναχικό καλάμι που δεν λύγισε του ανέμου η βοή
Του χάρισε την πύρινη της ψυχή
σε μια όαση του πρόσφερε νερό να πιει
κι ένας χείμαρρος από φως χύθηκε από τον ουρανό
της έδωσε φωνή
μα 'κείνη παρέμεινε για πάντα σιωπηλή
η στοργή της μοναξιάς της
το πιο φωτεινό αστέρι
το καλοκαίρι έφερε στη γη.





Του Έρωτα η Βροχή

☂Βρέχει... 
Ο ήλιος λάμπει

κι ο ουρανός είναι γαλάζιος

τα σύννεφα είναι κρυμμένα πίσω από τον ορίζοντα
κι όμως 
πυκνές οι στάλες της βροχής
κυλούν στα σωθικά
διψασμένο ξεροπήγαδο πια η καρδιά
διψάει για λίγη δροσιά 
σμίγει της παλάμες
σκαρώνει μια λίμνη από φανταστικά φιλιά 
αγκιστρώνει με μια γλυκιά ματιά
το πιο χαρωπό από αυτά
το σέρνει απάνω απαλά
του χαρίζει μια ζεστή πλατιά αγκαλιά 
κι αρχίζουν να περπατούν μαζί 
χωρίς ο χρόνος να κυλά 
χωρίς να σκέφτονται το πως το γιατί 
κι ευτυχισμένοι παραδίνονται 
στου έρωτα την ευωδιαστή βροχή...

Άχρονη Ρωγμή

Αγαπώ να βυθίζομαι
στην άχρονη ρωγμή
του αιώνιου έρωτα.
Του λευκού κεραυνού 
στη ράχη του οποίου
ταξιδεύει το άπειρο.
Του υπέρτατου σπινθήρα
που αιφνιδίως πυρπολεί 
τις αντίθετες σάρκες.
Όταν άναρχος ηχήσει 
ο χτύπος της στιγμής που 
το αιώνιο γίνεται μικρό 
για να χωρέσει 
σ' ένα φλογερό φιλί
πλάθεται ο κόσμος από την αρχή
κι ο άνθρωπος γεύεται 
την ουσία της δημιουργίας

Το Περίγραμμα μιας Νότας



Όνειρο χωρίς τέλος
το αιώνιο παρόν.
Μύχιο βλέμμα της ψυχής
στο Είναι της αρχής.
Άκουσμα στιγμιαίο
της ηχούς της αιώνιας πηγής.
Ο πόνος της συνείδησης
σήκωσε πανιά.
Πιάνο ακούγεται στο βάθος 
ο λόγος παραδίνεται βουβός. 
Η φωνή του ονείρου μελωδία μαγευτική
οι νότες αέρινοι σπουδαίοι χορευτές.
Η καρδιά χτυπάει χτυπάει δυνατά
σφίγγεις τα δόντια κλαις διαλύεσαι 
θύελλα τρικυμία κύματα σε σέρνουν μακριά.
Ανήμπορος αφήνεσαι 
χωρίς σκέψη χωρίς αναπνοή
φωτεινό περίγραμμα μιας νότας 
χάνεσαι στο άπειρο 
περιμένεις τη στιγμή 
που ο πλάστης θα σε μεταμορφώσει σε αιώνια μουσική. 
Μη ξυπνάς, μη ξυπνάς, μείνε εκεί. 
Ακουσε για λίγο ακόμα αυτή τη μελωδία 
αυτή τη μουσική.
Κάποτε το πιάνο χάνεται στου απείρου το βυθό. 
Ξυπνώ, κι αρχίζω να χορεύω
και γίνομαι θύελλα του ωκεανού
και γίνομαι αγέρι της ερήμου
και χάνομαι στο φως των αστεριών
και γίνομαι μια άχρονη νότα που ενώνει 

το μέλλον το παρόν το παρελθόν...

Όποιος Αγαπάει

Ελαφρύ το βήμα της μοναξιάς
πύρινη η αγκαλιά της ζεστή
βαριά η σκιά της ανάλαφρη.



Συντροφιά της κρατούν 
σιωπηλές οι σκιές χορεύουν 
στον τοίχο των δακρυσμένων ονείρων .

Ο έρωτας της καρδιάς 
ενός κεριού τρεμοπαίζει
λιώνει σιγά σιγά .

Σ' ένα κενό δωμάτιο ξεψυχάει
ψάχνοντας στο αχνό φως 
κάπου να δει
το Εγώ το Εσύ
το έφταιξα το έφταιξες 
να τα σβήσει όλα 
πριν λιώσει το κερί 
πριν αφήσει την τελευταία της πνοή
πριν η μόνη της συντροφιά 
γίνει της ερήμου η ψυχρή άγονη βοή.

Και οι σκιές
απλώνουν τα χέρια 
δείχνουν εκεί εκεί 
και 
βγάζουν άλαλες κραυγές 
και 
φωνάζουν εκεί εκεί 
μα δεν ακούγεται τίποτα απόλυτη σιγή.

Ένα τελευταίο δάκρυ
από κερί 
πέφτει πάνω στο τραπέζι 
και πριν αφήσει την τελευταία του πνοή
ανοίγει την αγκαλιά του 
κλείνει μέσα του 
το Εγώ το Εσύ 
βγάζει μια δυνατή κραυγή
και ακούγεται στο σκοτάδι
''όποιος αγαπάει στο τέλος συγχωρεί''
κι έπειτα απόλυτη σιγή...

Saturday, 26 August 2017

Στην Παλιά Γειτονιά

Πήρα το δρόμο απόψε
για την παλιά μου γειτονιά.
Με πόδια σπουργιτιού
κατέβηκα τη σκάλα της ψυχής
δεν ήθελα να μ' ακούσει κανείς.

Μια φωνή ψιθύρισε 
''γιατί πήραμε το δρόμο αυτό;''
Δεν ήταν άνθρωποι,
ήταν σκιές
οι αγωνίες και 'κει κοινές.

Ένα γάβγισμα μου φάνηκε γνωστό.
Πιστός φίλος 
ακόμη κι έξω απ' εδώ.

Είδα το δέντρο που σκαρφάλωνα
μικρός.
Διψούσε,
κι ας είχε ξεψυχήσει.
Ποιος άραγε λησμονεί τον ήλιο, τις ρίζες, 
το γαλάζιο ουρανό;

Κλότσησα μια μπάλα 
την έστειλα ψηλά στον ουρανό,
χτύπησα κάποια κουδούνια
κι έτρεξα να κρυφτώ.

Κουράστηκα να προχωρώ,
έψαξα το ναυάγιο μου κάπου να βρω.
Άναψα ένα σπίρτο 
του έβαλα φωτιά, κι έκανα να φύγω 
από τον κόσμο αυτό.

Το παρόν πέρασε στο παρελθόν
κι είδε το μέλλον 
κι όλα του φάνηκαν γνωστά,
άλλαξε τα ρούχα του
και άρχισε να προχωρά 

στην καινούργια γειτονιά...

Το Ταξίδι του Φωτός

Το φως 
ταξιδεύει στο άπειρο
αναζητώντας
στο σκοτάδι
την αιτία
του 
απρόσμενου έρωτα
κι αφήνει
στο πέρασμα του
άπειρα άστρα φωτισμένα
να τα θαυμάζουν
οι ερωτευμένοι

χωρίς να ξέρουν το γιατί.