Βρέχει ξαφνικά,
θάλασσες οι δρόμοι,
σβήστηκαν του ψωμιού οι πατημασιές,
κι έμειναν μόνοι να περπατούν
του φτωχού οι καημοί, οι αναστεναγμοί κι οι πόνοι.
Μια στάση το κεραμίδι της στιγμής,
ο οίκτος της χωρίς ανταμοιβή.
Μια ιστορία μόνο θέλει να διηγηθεί
για όλους τους περαστικούς τους φίλους τους απόντες.
Πλήθιοι διαβάτες της ζωής κουκούβισαν
στα σωθικά της μια φορά,
ένα τσιγάρο άναψαν, κλείστηκαν στη μοναξιά τους
το λεωφορείο περίμεναν να πάνε στη δουλειά τους.
Μια ρουφηξιά βαθιά, κύλησε όλος ο χρόνος
η πόρτα άνοιξε, έφυγε όλος ο κόσμος,
ταξίδεψε ο καθένας με όλους τους άλλους, άλλα ήταν πάλι μόνος.
Μόνη έμεινε η στάση στη βροχή
άνοιξε της χούφτες της να λίγο να δροσιστεί.
Ένας διαβάτης τελευταίος στάθηκε να προφυλαχτεί
πολύ ήταν η βροχή. Θυμήθηκε την προηγούμενη σκηνή,
κι έκανε κάτι να του πει, όμως πώς; δεν είχε φωνή.
Άπλωσε το κορμί της χωρίς ανταμοιβή
να τον προστατέψει από τη δύσκολη στιγμή.
Κόπασε η βροχή, έκανε πέρα ο άγνωστος διαβάτης
την επόμενη στιγμή.
Η στάση έμεινε μόνη πάλι στη ζωή
στεναχωρήθηκε δεν είχε φωνή
ένα πράγμα μόνο ήθελε να του πει
μόνο η πράξη μετράει στη ζωή.
No comments:
Post a Comment