Ξεδίψασα,
το ποτήρι όμως άδειασε,
όπως κάποτε
το σπίτι.
Μονάχη
μια καρέκλα στέκεται
πλάι σ' ένα
άστρωτο τραπέζι
που απάνω του
υπάρχει ένα άδειο ποτήρι.
Μια
σκιά απολιθωμένη φαίνεται στον τοίχο
ήταν
κάποτε ένα ζωηρό χαμόγελο. Που πήγε;
Το
ρολόι δεν χτυπάει πια.
Ακόμη κι ο
χρόνος
άνοιξε την πόρτα μια μέρα
κι έφυγε.
Μια
πικρή ματωμένη ησυχία περιπλανιέται
στα δωμάτια .
Χαζεύει τα κίτρινα
σεντόνια
σμιλεύει τα πέτρινα
μαξιλάρια
προσπαθεί να στήσει ένα
άγαλμα .
Μάταιη
προσπάθεια.
Χάθηκε στην πύρινη
έρημο της μοναξιάς
μια αμμοθύελλα
σκέπασε τη μορφή της
και το χέρι πια
τρέμει .
Πως θα ζωγραφίσει αυτό το
βλέμμα
αυτά τα μάτια του γαλάζιου
ουρανού
, αυτό το απέραντο χαμόγελο.
Πως;
Μια
μικρή πυγολαμπίδα εισβάλει
ξαφνικά
, μια λευκή κουκκίδα αιωρείται
στο
σκοτάδι στη σιωπή .
Ποιος είναι εκεί
; Ποιος είναι εκεί;
Ένας
ψίθυρος μια ζεστή τρεμάμενη
φωνή
αγκιστρώνεται στο αυτί
κεντρίζει
της μνήμης την ψυχή
ένα χάδι δίνει
ένα γλυκόπικρο φιλί.
Ανοίγει
τα μάτια ,
η πυγολαμπίδα η κουκκίδα η
λευκή
δεν είναι πια εκεί. Έφυγε...
Που
πήγε το χαμόγελο που πήγε η ζωή
που
χάθηκε το όνειρο;
Απόψε ήμουν εκεί.
Στην
έρημο θα διψώ
απ' αύριο το πρωί .
Σ'
ένα αμμόλοφο
μια πυγολαμπίδα
μικρή
εκεί θα ψάξω τη χαμένη μου
ζωή...
No comments:
Post a Comment